• Τηλέφωνο: +357 23 816 300 | Email: info@agianapa.org.cy

Τελευταία Νέα

Η περιορισμένη έκταση καλλιεργήσιμης γης και η δυσκολία άντλησης των υπόγειων νερών δικαιολογεί το χαμηλό αριθμό οικισμών ανά περίοδο. Τα νέα ευρήματα στον χώρο Νησί που αφορούν την ανακάλυψη προ-νεολιθικής θέσης, εισηγούνται την πρώτη παρουσία ανθρώπων γύρω στο 8.500 – 10.500 π.Χ. Τότε, για πρώτη φορά έφταναν στο νησί τροφοσυλέκτες για πρόσκαιρη διαμονή μέσω της θάλασσας της ανατολικής Μεσογείου. Οι πρώτοι μόνιμοι κάτοικοι της Νεολιθικής εποχής εγκαταστάθηκαν, για μικρό χρονικό διάστημα στη φυσικά οχυρωμένη κορυφή του λόφου Τηγάνι προτού μετακινηθούν στην ενδοχώρα. Φαίνεται ότι για πέντε χιλιετίες η περιοχή δεν ήταν κατοικημένη, αφού μέχρι τώρα δεν έχουν εντοπιστεί κατάλοιπα της Χαλκολιθικής περιόδου, της εποχής του Χαλκού και της Γεωμετρικής περιόδου.

Κατάλοιπα της Κύπρο-αρχαϊκής και Κύπρο-κλασικής περιόδου έχουν εντοπιστεί σε παράλια θέση που βρίσκεται στο μικρό ακρωτήριο της Μακρονήσου και περιορίζονται σε μερικά θραύσματα ειδωλίων από ένα πρόχειρο ιερό, που βρισκόταν στην ακτή. Η Ελληνιστική περίοδος αντιπροσωπεύεται, από το ιερό της Αφροδίτης, το οποίο βρίσκεται στο τραπεζοειδές πλάτωμα του λόφου, που αναφέρει ο Στράβωνας και περιγράφει ο Ohnefalsch-Richter, καθώς και από τα αποτελέσματα των ανασκαφών στη Μακρόνησο. Τα ταφικά έθιμα είναι στην ουσία ελληνικά και αντιστοιχούν με αυτά που γνωρίζουμε από άλλες νεκροπόλεις στην Κύπρο ιδιαίτερα της Σαλαμίνας και της Πάφου. Η κεραμική που βρέθηκε μέσα στους τάφους υπονοεί επαφές με τον έξω κόσμο -ιδιαίτερα με την ελληνική Ανατολή - συμπεριλαμβανομένης της Συρίας και της Ανατολίας, της Βορείου Αφρικής και της Ιταλίας. Σε αρκετές θέσεις της ρωμαϊκής εποχής βρέθηκαν όστρακα λεπτής κεραμικής της Ελληνιστικής περιόδου, ενώ η ταφική αρχιτεκτονική είναι τυπική της ίδιας περιόδου. Φαίνεται ότι οι περισσότερες ρωμαϊκές θέσεις που εντοπίστηκαν εδώ κατοικήθηκαν και κατά την ελληνιστική περίοδο.

Η μελέτη των πήλινων σαρκοφάγων μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν στενές σχέσεις μεταξύ της περιοχής της Αγίας Νάπας, και γενικότερα της Κύπρου, και των γειτονικών περιοχών της ανατολικής Μεσογείου. Παρ' όλο που τα περισσότερα εισηγμένα ευρήματα που βρέθηκαν στους τάφους της Μακρονήσου μπορούσαν να αποκτηθούν και από την εγχώρια αγορά, μερικοί αμφορείς εμπορίου υπονοούν απευθείας επαφές με τον έξω κόσμο. Σε αυτό θα βοηθούσε το αγκυροβόλιο που βρίσκεται στη δυτική πλευρά του κόλπου, που περικλείεται από το ακρωτήριο της Μακρονήσου. Η ανακάλυψη θραυσμάτων αμφορέων στον κόλπο αυτό, όχι μακριά από την ακτή, είναι σύμφωνη με την πιο πάνω άποψη. Η αρχιτεκτονική των τάφων που ανασκάφηκαν δεν φανερώνει ταξική διαφοροποίηση, μια και είναι όλοι περίπου ίδιοι. Η χρήση πήλινων σαρκοφάγων, ντόπιων ή εισηγμένων, ενδέχεται να υπονοεί ένα είδος ταξικής διαστρωμάτωσης που σίγουρα υπήρχε κατά την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή περίοδο.

Η ρωμαϊκή περίοδος χαρακτηρίζεται από την ανέγερση αγροικιών, που σημειώθηκε ως αποτέλεσμα της επιβολής της Pax Romana (Ρωμαϊκής Ειρήνης). Διάφοροι οχυρωμένοι οικισμοί, όπως αυτός στη θέση Παλιό Χωρκό συνεχίζουν να υπάρχουν, όμως η οργάνωση της οικονομίας της περιοχής βασίζεται τώρα σε μεμονωμένα αγροκτήματα. Γενικά για την οργάνωση της ευρύτερης περιοχής λίγα είναι γνωστά, υπάρχουν όμως στοιχεία για την ύπαρξη μιας σημαντικής πόλης κατά την ύστερη ρωμαϊκή περίοδο. Ο Στράβωνας την ονομάζει «Θρόνους» και ο Πτολεμαίος την αναφέρει ως «πόλις και ακρωτήριον». Τα κατάλοιπα της εντοπίστηκαν στη θέση Τόρνος. Οι Θρόνοι ήταν ο σημαντικότερος οικισμός, ενώ μικρότεροι οικισμοί, όπως αυτοί στις θέσεις Ζυγάτζιην και Καούνιν σχετίζονταν με τον πρώτο. Τα εκτεταμένα υδρευτικά έργα στη θέση Φιλίνα θα πρέπει να θεωρηθούν ως τμήμα μιας οργανωμένης κοινότητας που κατοικούσε στους Θρόνους. Οι περισσότεροι από τους οικισμούς της ρωμαϊκής εποχής συνεχίζουν να υπάρχουν και κατά την παλαιοχριστιανική εποχή. Ο σημαντικότερος οικισμός της παλαιοχριστιανικής εποχής βρίσκεται στη θέση Καταλύματα. Φαίνεται ότι το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού της ευρύτερης περιοχής μετοίκησε στα Καταλύματα, όπου δεν υπήρχαν ειδωλολατρικά στοιχεία. Κρίνοντας από τα κατάλοιπά του, ο οικισμός ήκμασε κατά την παλαιοχριστιανική εποχή. Εγκαταλείφθηκε κι' αυτός - μαζί με άλλους, μικρότερους οικισμούς- κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών του 7ου αιώνα. Η περιοχή εγκαταλείφθηκε για αιώνες και πιθανότατα μόνο βοσκοί περιπλανούνταν στα βοσκοτόπια της, μέχρι το 14ο αιώνα οπότε οι Λουζινιανοί ανέγειραν το μοναστήρι της Αγίας Νάπας και ανακατασκεύασαν το Υδραγωγείο. Έτσι, μετά το κτίσιμο του μοναστηριού άρχισαν να έρχονται άνθρωποι στην περιοχή για να εργαστούν, άλλοι ως προμηθευτές των μοναχών και πολλοί ως απλοί επισκέπτες. Το χωριό της Αγίας Νάπας άρχισε να δημιουργείται γύρω από τη Μονή και συνέχισε να υπάρχει μέχρι σήμερα. Μια μικρή κοινότητα γεωργών και ψαράδων που μετατράπηκε σε πόλη κατά τα τέλη του 20ου αιώνα.

Για περισσότερες αναφορές στην αρχαιολογία και τα μνημεία της περιοχής βλέπε:

Cesnola, L.Palma di. 1877. Cyprus: Its Ancient Cities, Tombs and Temples. London. Enlart, C. 1899. L'Art gothique et la Renaissance en Chypre. Paris. Gothic Art and the Renaissance in Cyprus. English edition translated and edited by Sir David Hunt. London 1987. Hadjisavvas, S. 1983. "New Light on the History of Agia Napa Region" Report of the Department of Antiquities, Cyprus. 161-166. Hadjisavvas, S. 1997. Agia Napa. Excavations at Makronisos and the Archaeology of the Region. Nicosia. Χατζησάββας, Σ. 2008. Το Υδραγωγείο της Αγίας Νάπας. Ένα Μνημείο του Νερού. Λευκωσία.